Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Το κρατικιστικό μοντέλο της μοιραίας τετραετίας 1981-1985 και οι επιπτώσεις του στην Ελληνική Οικονομία.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 80 η κοινή γνώμη όλο και εντονότερα τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, κατάργηση κεκτημένων εντός και εκτός προαναφερθέντα προβάλλει επιτακτικά ένα παράδοξο: πολιτικοί που πίστευαν πως η επέκταση του κράτους τη μοιραία τετραετία ’81-’85 ήταν λανθασμένη, και που ταυτόχρονα γνώριζαν ότι η κοινή γνώμη ήθελε έναν αποφασιστικό περιορισμό του κρατισμού, γιατί δεν τόλμησαν να κάνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις; Γιατί δεν τόλμησαν να συγκρουστούν με τις συντεχνίες του δημόσιου τομέα και τα ειδικά συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα; Γιατί αδράνησαν;
Ο στενός και ευρύς δημόσιος τομέας έχει πανίσχυρα συνδικάτα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν κοινωνικές αναταράξεις, όταν η τάση πολλών κυβερνήσεων και πολλών κυβερνώντων ήταν να αποφύγουν τις αναταράξεις. Επίσης, συσπειρώνουν μπλοκ ψηφοφόρων, στους οποίους προσβλέπουν τα δύο μεγάλα κόμματα και, κυρίως εκείνα που κυβερνούν και εκείνα που επιθυμούν να κυβερνήσουν θέλοντας να γίνουν “χαλίφηδες στην θέση του χαλίφη” ορά ΣΥΡΙΖΑ. Κυβερνήσεις και κυβερνώντες επιπλέον ανησυχούν  ότι οι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα είναι καλά οργανωμένοι και αποφασισμένοι να συγκρουστούν για την προάσπιση των προνομίων τους, ενώ διαθέτουν ισχυρό esprit de corps. Υπάρχει αναπόφευκτα ο φόβος ότι μπορεί να καταψηφίσουν μαζικά μια κυβέρνηση ή να μην φέρουν έναν wannabe δελφίνο στην εξουσία. Πέρα από όλα αυτά όμως, υπάρχει και ένα ευρύτερο ζήτημα: Τούτο αφορά τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τα ελληνικά κόμματα εξουσίας με το κράτος.
Τα πελατειακά κόμματα, ως μηχανισμοί στελεχών με συγκεκριμένες αντιλήψεις, είναι από τη  φύση τους κρατικιστικά. Ο δημόσιος τομέας είναι το κατεξοχήν πεδίο όπου δρουν, εξυπηρετούν και αντλούν την εκλογική πελατεία τους. Για να εκπληρώσουν αποτελεσματικότερα το ρόλο τους, απαιτείται ο δημόσιος τομέας, όπου εντοπίζεται μια εστία κεντρικής δράσης τους, να είναι μεγάλος και πολυδαίδαλος. Έτσι προσφέρει άπειρες ευκαιρίες  για πελατειακές πρακτικές, από τις πιο ασήμαντες ως τις πιο βαρύνουσες. Βουλευτές και κομματάρχες, μέσω του κράτους, ιδίως αν το κόμμα τους βρίσκεται στην κυβέρνηση, έχουν επίσης άμεση πρόσβαση στους μηχανισμούς της εξουσίας. Για όλους αυτούς τους λόγους, το τελευταίο που επιθυμούν οι κομματικοί μηχανισμοί είναι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα.
Ο Μάρκ Μαζάουερ, συγγραφέας βιβλίων για την Ελλάδα και καθηγητής στο Παν/μιο Κολούμπια σε συνέντευξή του στην Καθημερινή λέει ότι τα οικονομικά προβλήματα της χώρας ξεκίνησαν την δεκαετία του ’80, υπογραμμίζει την σχέση κρατισμού και κομματικών πελατειακών σχέσεων, για να τονίσει: “ Οι Έλληνες πολιτικοί διόγκωσαν το δημόσιο τομέα ως υποκατάστατο ενός δικτύου κοινωνικής πρόνοιας, αλλά και ως πεδίο για τη δική τους ευνοιοκρατία”.
Άλλος ένας “φρουρός του κρατισμού” ήταν και παραμένει το συνδικαλιστικό κίνημα με τη συγκεκριμένη μορφή που έχει στην Ελλάδα. Αντίθετα λ.χ. με την Γερμανία, το συνδικαλιστικό κίνημα έχει παίξει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας, στην πρόοδο και προστασία των εργαζομένων, στηρίζοντας την οικονομική ανάπτυξη της χώρας με αιχμή του δόρατος τον ιδιωτικό τομέα και τις εξαγωγές. Αναφορικά πάντως με τον ελληνικό συνδικαλισμό, αυτός προερχόταν πάντα από το δημόσιο τομέα και, κυρίως, τις ΔΕΚΟ. Στην ουσία, η ΓΣΕΕ ήταν και παραμένει από τους πρωταγωνιστές για την συντήρηση των προνομίων και των κεκτημένων των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ.
Αν και η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί, υποτίθεται, τον ιδιωτικό τομέα, ουδέποτε διανοήθηκε να συγκρουστεί με τους συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ, που διαμόρφωσαν και συντήρησαν προνόμια τα οποία, στην ουσία, επιβαρύνουν τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα! Ούτε βεβαίως διανοήθηκε να καταγγείλει αυθαίρετες συμπεριφορές συνδικαλιστών των ΔΕΚΟ, όπως λόγου χάριν εκείνων της ΔΕΗ, όταν “κατεβάζουν τους διακόπτες” πλήττοντας άμεσα ιδιωτικές επιχειρήσεις και, άρα, τους εργαζομένους σε αυτές.
Οι συνδικαλιστές δεν ήταν μόνο απερίφραστα κρατιστές. Μετέτρεψαν το συνδικαλισμό σε επαγγελματική καριέρα, ενώ είχαν ταυτόχρονα μια καταλυτικά άρνητική επιρροή πάνω στα κόμματά τους.
Οι αρχηγοί του Πασοκ και της ΝΔ, και αυτό πράττει και ο wannabe Τσίπρας, θώπευσαν και θωπεύουν τους συνδικαλιστές τους και συνθηκολογούσαν στις παράλογες απαιτήσεις τους. Αρκετοί από αυτούς μάλιστα έκαναν πολιτική καριέρα. Μερικοί, χωρίς να έχουν τα στοιχειώδη τυπικά προσόντα, τοποθετήθηκαν (από πού έως που;) στην Ευρωβουλή (ειδικότερα η ΝΔ είναι ένοχη για παρόμοιες πρακτικές). Και άλλοι έφτασαν να οριστούν υπουργοί Εργασίας! Η Πασκε, εμπνευσμένη από τα πιο πρωτόγονα κρατικιστικά ανακλαστικά του κόμματος από το οποίο προερχόταν, έγινε βρόγχος για το Πασοκ. Ταυτόχρονα η ΔΑΚΕ εξελίχθηκε και παραμένει μέχρι σήμερα σε μια καρικατούρα της Πασκε.
Τόσο η Πασκε, όσο και η ΔΑΚΕ, είχαν ως μοναδική μέριμνά τους την προάσπιση συντεχνιακών συμφερόντων, ειδικά στο δημόσιο τομέα. Αδιαφορούσαν φυσικά για το βαρύ κόστος πάνω στους φορολογούμενους πολίτες και στην οικονομία της χώρας. Συχνά μάλιστα παραμένει ιδιαίτερα δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την μια παράταξη από την άλλη. Πριν λίγο καιρό συνδικαλιστές της Πάσκε και της Δακε ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιδράσουν στη μερική ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ. Η Πασκε στράφηκε κατά της πασοκικής κυβέρνησης, ενώ η Δακε είχε τις ευλογίες της λαϊκιστικής ΝΔ. Τέλος, Πασκε και Δακε εκφράζουν συγκεκριμένες θέσεις στους πολιτικούς τους φορείς. Η Πασκε συμμαχεί με οτιδήποτε θυμίζει το “παλαιό Πασοκ”. Η Δακε βρισκόταν και βρίσκεται πάντα κοντά στην πτέρυγα της “λαϊκής δεξιάς” της ΝΔ.
Συμπερασματικά: Οι μηχανισμοί των δύο κομμάτων εξουσίας( το ίδιο πράττει και ο wannabe ΣΥΡΙΖΑ) υπήρξαν σωματοφύλακες του κρατικιστικού μοντέλου που διαμορφώθηκε την μοιραία τετραετία 1981-1985. Τα συμφέροντά τους, αλλά και η όλη νοοτροπία τους τους έσπρωχναν στη συντήρηση ενός διογκωμένου δημόσιου τομέα.   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου