Του Dott. Δημήτρη. Κ. Αρβανίτη
Φαρμακοποιού, PharmD, MSc.
Άρθρο 9 – Αφαίρεση
οργάνων από θανόντα δότη
Ν. 3984 Δωρεά και μεταμόσχευση Οργάνων και άλλες διατάξεις ΦΕΚ 150 27/7/2011
Ν. 3984 Δωρεά και μεταμόσχευση Οργάνων και άλλες διατάξεις ΦΕΚ 150 27/7/2011
1. Η αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων οργάνων από θανόν πρόσωπο
πραγματοποιείται εφόσον είναι ενήλικο και συντρέχουν οι προϋποθέσεις της επόμενης
παραγράφου. Η αφαίρεση από ανήλικο είναι δυνατή εάν συναινούν σε αυτό οι γονείς
ή ο γονέας, που έχουν την επιμέλεια του τέκνου. Εάν δεν υπάρχουν ή έχουν
εκπέσει από τη γονική μέριμνα, η συναίνεση παρέχεται από τον επίτροπο. Η
συναίνεση δίνεται α) με έγγραφο στο οποίο βεβαιώνεται η γνησιότητα της
υπογραφής, β) με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο, το οποίο
τηρείται στον οργανισμό αφαίρεσης ή στη Μονάδα Μεταμόσχευσης. Κατά τη δήλωση
παρίστανται δύο μάρτυρες, οι οποίοι συνυπογράφουν στο ειδικό βιβλίο. Η
συναίνεση πρέπει να είναι ρητή και ειδική. Τα έγγραφα υπό α) και β) φυλάσσονται
στον ιατρικό φάκελο του δότη.
2. Η αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζούσε δεν είχε εκφράσει την αντίθεσή του σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων τηρείται αρχείο όπου καταχωρούνται οι δηλώσεις των πολιτών περί αντίθεσής τους στην αφαίρεση οργάνων τους μετά θάνατον. Κάθε ενήλικος πολίτης μπορεί να αποστέλλει στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων σχετική δήλωσή του, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής. Για τη δήλωση δεν απαιτείται συγκεκριμένος τύπος, αρκεί να συνάγεται ρητά και αβίαστα η ακριβής βούληση του προσώπου. Η δήλωση αυτή είναι ελεύθερα ανακλητή. Η ανάκληση γίνεται με νεότερη δήλωση ανάκλησης, η οποία αποστέλλεται ομοίως στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Η αρχική δήλωση διαγράφεται από το αρχείο και θεωρείται ως μη γενόμενη.
4. Η συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων που εμπεριέχονται στο αρχείο της παραγράφου 3 υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2472/1997, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαφύλαξη του απορρήτου των πληροφοριών αυτών. Η πρόσβαση στο αρχείο αυτό επιτρέπεται μόνο στους αρμόδιους υπαλλήλους του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων και τους Συντονιστές Μεταμοσχεύσεων.
5. Η αφαίρεση οργάνων από θανόντα δότη διενεργείται μετά την επέλευση του θανάτου, κριτήριο για την οποία είναι η νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, σύμφωνα με τα ευρέως αποδεκτά και σύγχρονα δεδομένα της επιστήμης. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται επακριβώς το κριτήριο επέλευσης του θανάτου, κατόπιν γνώμης του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.). Με όμοιο τρόπο θεσπίζεται «Κώδικας Πρακτικής», σχετικά με τη διαδικασία διάγνωσης και επιβεβαίωσης του εγκεφαλικού θανάτου.
6. Όταν ο θεράπων ιατρός διαγνώσει νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους και εφόσον η λειτουργία ορισμένων οργάνων διατηρείται με τεχνητά μέσα, υποχρεούται να προβεί από κοινού με έναν αναισθησιολόγο και ένα νευρολόγο ή νευροχειρουργό στη σύνταξη πιστοποιητικού θανάτου. Στην πιστοποίηση του θανάτου δεν συμμετέχει ιατρός που ανήκει στη μεταμοσχευτική ομάδα. Στη συνέχεια, ο θεράπων ιατρός υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά, χωρίς καθυστέρηση, το Συντονιστή Μεταμοσχεύσεων, εφόσον υφίσταται στο νοσοκομείο και τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων , προκειμένου να ενημερωθεί εάν το ενήλικο, θανόν πρόσωπο έχει δηλώσει την άρνησή του να γίνει δωρητής οργάνων μετά θάνατον. Εάν ο θανών είναι ανήλικος, ο θεράπων ιατρός από κοινού με τον Συντονιστή Μεταμοσχεύσεων, εφόσον υφίσταται στο νοσοκομείο, υποχρεούται να μεριμνήσει για την ανεύρεση των προσώπων που είναι αρμόδια να συναινέσουν στην αφαίρεση των οργάνων, για την ενημέρωσή τους και τη λήψη της συναίνεσής τους. Εφόσον λάβει τη συναίνεση, ενημερώνει σχετικά, χωρίς καθυστέρηση, τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Εάν πρόκειται να πραγματοποιηθεί η μεταμόσχευση, συνεχίζεται η τεχνητή υποστήριξη του θανόντος προσώπου.
7. Η αφαίρεση οργάνων από θανόντα δότη γίνεται με τον προσήκοντα σεβασμό στο σώμα του νεκρού. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την αποκατάσταση της εικόνας του.
2. Η αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζούσε δεν είχε εκφράσει την αντίθεσή του σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων τηρείται αρχείο όπου καταχωρούνται οι δηλώσεις των πολιτών περί αντίθεσής τους στην αφαίρεση οργάνων τους μετά θάνατον. Κάθε ενήλικος πολίτης μπορεί να αποστέλλει στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων σχετική δήλωσή του, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής. Για τη δήλωση δεν απαιτείται συγκεκριμένος τύπος, αρκεί να συνάγεται ρητά και αβίαστα η ακριβής βούληση του προσώπου. Η δήλωση αυτή είναι ελεύθερα ανακλητή. Η ανάκληση γίνεται με νεότερη δήλωση ανάκλησης, η οποία αποστέλλεται ομοίως στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Η αρχική δήλωση διαγράφεται από το αρχείο και θεωρείται ως μη γενόμενη.
4. Η συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων που εμπεριέχονται στο αρχείο της παραγράφου 3 υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2472/1997, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαφύλαξη του απορρήτου των πληροφοριών αυτών. Η πρόσβαση στο αρχείο αυτό επιτρέπεται μόνο στους αρμόδιους υπαλλήλους του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων και τους Συντονιστές Μεταμοσχεύσεων.
5. Η αφαίρεση οργάνων από θανόντα δότη διενεργείται μετά την επέλευση του θανάτου, κριτήριο για την οποία είναι η νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, σύμφωνα με τα ευρέως αποδεκτά και σύγχρονα δεδομένα της επιστήμης. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται επακριβώς το κριτήριο επέλευσης του θανάτου, κατόπιν γνώμης του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.). Με όμοιο τρόπο θεσπίζεται «Κώδικας Πρακτικής», σχετικά με τη διαδικασία διάγνωσης και επιβεβαίωσης του εγκεφαλικού θανάτου.
6. Όταν ο θεράπων ιατρός διαγνώσει νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους και εφόσον η λειτουργία ορισμένων οργάνων διατηρείται με τεχνητά μέσα, υποχρεούται να προβεί από κοινού με έναν αναισθησιολόγο και ένα νευρολόγο ή νευροχειρουργό στη σύνταξη πιστοποιητικού θανάτου. Στην πιστοποίηση του θανάτου δεν συμμετέχει ιατρός που ανήκει στη μεταμοσχευτική ομάδα. Στη συνέχεια, ο θεράπων ιατρός υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά, χωρίς καθυστέρηση, το Συντονιστή Μεταμοσχεύσεων, εφόσον υφίσταται στο νοσοκομείο και τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων , προκειμένου να ενημερωθεί εάν το ενήλικο, θανόν πρόσωπο έχει δηλώσει την άρνησή του να γίνει δωρητής οργάνων μετά θάνατον. Εάν ο θανών είναι ανήλικος, ο θεράπων ιατρός από κοινού με τον Συντονιστή Μεταμοσχεύσεων, εφόσον υφίσταται στο νοσοκομείο, υποχρεούται να μεριμνήσει για την ανεύρεση των προσώπων που είναι αρμόδια να συναινέσουν στην αφαίρεση των οργάνων, για την ενημέρωσή τους και τη λήψη της συναίνεσής τους. Εφόσον λάβει τη συναίνεση, ενημερώνει σχετικά, χωρίς καθυστέρηση, τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων. Εάν πρόκειται να πραγματοποιηθεί η μεταμόσχευση, συνεχίζεται η τεχνητή υποστήριξη του θανόντος προσώπου.
7. Η αφαίρεση οργάνων από θανόντα δότη γίνεται με τον προσήκοντα σεβασμό στο σώμα του νεκρού. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την αποκατάσταση της εικόνας του.
Όπως, διευκρινίζεται στην παράγραφο 6 του
άρθρου 9 («Όταν ο θεράπων ιατρός διαγνώσει νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους
και εφόσον η λειτουργία ορισμένων οργάνων διατηρείται με τεχνητά μέσα,
υποχρεούται να προβεί από κοινού με έναν αναισθησιολόγο και ένα νευρολόγο ή
νευροχειρουργό στη σύνταξη πιστοποιητικού θανάτου»), τίθεται η διάγνωση του
θανάτου, όταν διαγνωσθεί η «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους».
Το ζητούμενο, εν προκειμένω, είναι κατά πόσον είναι δυνατόν να διαγνωσθεί προθανατίως η «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους» και περαιτέρω, εάν είναι δυνατόν να ταυτισθεί η πλήρης ανεπάρκεια ορισμένων λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους με το θάνατο του ανθρώπου.
Ο όρος «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους» είναι παθολόγο-ανατομικός όρος και ως τοιούτος είναι δυνατόν να τεθεί μόνον μετά θάνατον κατά την παθολόγο-ανατομική εξέταση πολλαπλών τομών του εγκεφαλικού στελέχους. Επομένως, ορθό θα ήταν, κατ’ αρχή, να χρησιμοποιείται ο όρος «ολική ανεπάρκεια, όλων των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους».
Το ζητούμενο, εν προκειμένω, είναι κατά πόσον είναι δυνατόν να διαγνωσθεί προθανατίως η «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους» και περαιτέρω, εάν είναι δυνατόν να ταυτισθεί η πλήρης ανεπάρκεια ορισμένων λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους με το θάνατο του ανθρώπου.
Ο όρος «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους» είναι παθολόγο-ανατομικός όρος και ως τοιούτος είναι δυνατόν να τεθεί μόνον μετά θάνατον κατά την παθολόγο-ανατομική εξέταση πολλαπλών τομών του εγκεφαλικού στελέχους. Επομένως, ορθό θα ήταν, κατ’ αρχή, να χρησιμοποιείται ο όρος «ολική ανεπάρκεια, όλων των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους».
Ο εγκεφαλικός θάνατος είναι η κατάσταση της μη αναστρέψιμης
βλάβης του εγκεφάλου, με απώλεια όλων των λειτουργιών του εγκεφαλικού
στελέχους. Το εγκεφαλικό στέλεχος περιέχει δίκτυα νευρώνων που συγκροτούν
κέντρα ελέγχου ζωτικών λειτουργιών, όπως η αναπνοή και η αρτηριακή πίεση. Οι
ανώτερες ψυχικές και γνωσιακές λειτουργίες, όπως η μνήμη, η σκέψη, η
αντίληψη, εξαρτώνται από το εγκεφαλικό στέλεχος, οπότε βλάβη του εγκεφαλικού
στελέχους, προκαλεί συνολική δυσλειτουργία του εγκεφάλου. Για το λόγο
αυτό είναι παγκοσμίως αποδεκτό ότι η ανεπανόρθωτη βλάβη
του εγκεφαλικού στελέχους είναι ικανή και αναγκαία προϋπόθεση για να θεωρηθεί
όλος ο εγκέφαλος νεκρός.
Ο θάνατος του εγκεφάλου, όπως άλλωστε και ο
θάνατος όλων των ιστών, δεν είναι μια στιγμιαία διαδικασία, αλλά μια
προοδευτική διεργασία που επέρχεται μέσα σε μερικές ώρες. Η πιθανότατα να
διατηρούνται κατά τη φάση της εγκατάστασης του θανάτου, μερικές λειτουργικές
νησίδες νευρώνων ή άλλες υποτυπώδεις λειτουργίες, δεν αλλάζει την εξελικτική
πορεία του θανάτου. Ο θάνατος του εγκεφαλικού στελέχους ακολουθείται
αναπόφευκτα και ανεπιστρεπτί στο θάνατο ολόκληρου του εγκεφάλου, μέσα σε
σύντομο χρονικό διάστημα. Ο εγκεφαλικός θάνατος ακολουθείται από τον «σωματικό»
θάνατο, δηλαδή το θάνατο όλων των οργάνων του σώματος με ένα μεσοδιάστημα 48-72
ωρών. Στο μεσοδιάστημα αυτό, επέρχεται προοδευτικά η απορύθμιση όλων των
λειτουργιών των οργάνων. Αν ο ασθενής υποστεί εγκεφαλικό θάνατο, ενώ νοσηλεύεται
διασωληνωμένος σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.), τότε μόνο είναι δυνατή η
διατήρηση της βιολογικής ζωής των οργάνων με τεχνητά μέσα, προκειμένου
αυτά να μπορούν να ληφθούν προς μεταμόσχευση και να δώσουν ζωή σε άλλους
ανθρώπους.
Η διάγνωση του εγκεφαλικού θανάτου γίνεται από
3 διαφορετικούς ιατρούς με πολλές ειδικές και αλάνθαστες κλινικές και
εργαστηριακές δοκιμασίες και επαναλαμβάνεται μάλιστα 2 φορές μετά από ένα 8ωρο
από την πρώτη διάγνωση. Οι ιατροί γνωρίζουν ότι σε περίπτωση εγκεφαλικού
θανάτου η τεχνητή διατήρηση της ζωής είναι ανώφελη και ο μόνος λόγος για τον
οποίο δικαιολογείται και παρατείνεται η μηχανική υποστήριξη του εκλιπόντος,
είναι η προσφορά των οργάνων του προς μεταμόσχευση. Σημειωτέον δε, ότι στους 3
ιατρούς που διαγιγνώσκουν τον θάνατο δεν συμμετέχει ιατρός μεταμοσχευτικής
ομάδας, ούτε ιατρός του Ε.Ο.Μ. Η διάγνωση του εγκεφαλικού θανάτου είναι επιβεβλημένη ιατρική
πράξη, ανεξάρτητη από το ενδεχόμενο της δωρεάς οργάνων.
Υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της μόνιμης φυτικής κατάστασης ("φυτό") και του εγκεφαλικού
θανάτου. Στη φυτική κατάσταση, δεν λειτουργεί ο φλοιός του εγκεφάλου, ενώ η
λειτουργία του εγκεφαλικού στελέχους διατηρείται ικανοποιητική. Στην περίπτωση
αυτή ο ασθενής διατηρεί μεν αυτόματη αναπνοή και καρδιαγγειακή λειτουργία,
στερείται όμως συνείδησης. Δηλ. το σημείο "κλειδί" μεταξύ εγκεφαλικού
θανάτου και μόνιμης φυτικής κατάστασης είναι η λειτουργία του εγκεφαλικού
στελέχους. Στον εγκεφαλικό θάνατο παύει να λειτουργεί το εγκεφαλικό στέλεχος. Η
διάκριση μεταξύ των δύο καταστάσεως είναι ιατρικώς ευδιάκριτη και σε καμία
περίπτωση άνθρωποι σε φυτική κατάσταση δεν θεωρούνται δυνητικοί δότες οργάνων.
1) εάν στους «εγκεφαλικώς νεκρούς» ασθενείς ΕΝ
υπάρχει πράγματι «ολική ανεπάρκεια όλων των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους»
και
2) ακόμη και εάν υπάρχει η προαναφερθείσα
ανεπάρκεια, εάν είναι ορθό να ταυτίζεται αυτή με τον θάνατο του ανθρώπου.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Η υπόθεση των μεταμοσχεύσεων είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τη δυνατότητα
λήψης ζωτικών οργάνων σε κατάλληλη κατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι τα όργανα αυτά
θα πρέπει να αφαιρεθούν από το δότη οπωσδήποτε πριν καταπαύσει η καρδιακή
λειτουργία, διότι η κυκλοφορία του αίματος είναι αυτή που τα συντηρεί στη ζωή.
Από την άλλη πλευρά, η αφαίρεση των οργάνων δεν επιτρέπεται να προκαλέσει τον
θάνατο, με άλλα λόγια, προκειμένου περί απλών συμπαγών οργάνων (καρδιά, ήπαρ,
πάγκρεας κ.λπ.) δεν μπορεί να γίνει ενόσω ο δότης είναι ακόμη ζωντανός. Η
επινόηση του αναπνευστήρα έλυσε αυτό το αδιέξοδο, μια που στις περιπτώσεις
εγκεφαλικά νεκρών ατόμων στάθηκε έτσι δυνατό να διατηρηθεί η κυκλοφορία του
αίματος παρά τη νέκρωση του εγκεφάλου. Αυτή όμως η ιδιόμορφη ιατρογενής κατάσταση
οδήγησε στο παράδοξο να μιλούμε για νεκρούς που όμως διατηρούν ζωντανό σώμα.
Απόρροια αυτού του παραδόξου ήταν να χρειασθεί ένας επαναπροσδιορισμός της
έννοιας του θανάτου και να προβληθούν έντονα και λεπτά διλήμματα ηθικής φύσεως,
που προκλήθηκαν από την πάλη ανάμεσα στη διάθεση προσφοράς στο λήπτη και
σεβασμό του δότη. Η επικρατούσα άποψη μεταξύ των ειδικών επιστημόνων και
αρμοδίων επιτροπών είναι ότι βιολογικός θάνατος είναι η απώλεια της
λειτουργικής συνοχής του σώματος ως οργανισμού. Με άλλα λόγια ο θάνατος
επέρχεται όταν έστω μία εκ των ζωτικών λειτουργιών (καρδιακή, εγκεφαλική,
νεφρική, ηπατική, πεπτική, πνευμονική κ.λ.π.) αδυνατεί να επιτελεσθεί, διότι
τότε. η ζωή του οργανισμού ως συνόλου καταργείται, έστω κι αν με κάποιο
υποστηρικτικό τρόπο συνεχίσουμε τη λειτουργία ορισμένων εκ των υπολοίπων.
Το ερώτημα αν ένας οργανισμός είναι
ζωντανός ή νεκρός, τη στιγμή που έχει παύσει μια ζωτική λειτουργία του και
διατηρούνται οι υπόλοιπες, μέχρι πρόσφατα ήταν άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι
κάτι τέτοιο δεν ήταν πρακτικά κατορθωτό, έως ότου ανακαλύφθηκε ο αναπνευστήρας.
Η περίπτωση του εγκεφαλικού θανάτου αναφέρεται σε ένα άτομο του οποίου η
εγκεφαλική λειτουργία δεν επιτελείται διότι έχει ήδη αρχίσει η αποσύνθεση του
εγκεφαλικού ιστού και έχει ήδη νεκρωθεί το εγκεφαλικό στέλεχος. Ο εγκέφαλος δεν
αντικαθίσταται ούτε με βιολογικό μόσχευμα ούτε με τεχνητό όργανο. Αυτό σημαίνει
ότι η εγκεφαλική λειτουργία, σε αντίθεση μάλιστα με την καρδιακή, ούτε
αντικαταστάσιμη είναι ούτε αναστρέψιμη. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την άποψη, ένας
εγκεφαλικά νεκρός έχει περάσει οριστικά και αμετάκλητα στο θάνατο. Επί πλέον ο
εγκέφαλος φιλοξενεί τη συνείδηση, τις ανώτερες λειτουργίες, το κέντρο του
πόνου, τα κέντρα των αισθήσεων, τη λειτουργική αυτονομία των διαφόρων
συστημάτων κ.ά. Έτσι λοιπόν ένα εγκεφαλικά νεκρό άτομο δεν αντιλαμβάνεται
τίποτα, δεν σκέπτεται, δεν πονά, δεν αισθάνεται, δεν έχει τη δυνατότητα να
σταματήσει την πορεία του προς την ολοκληρωτική φθορά, έχει χάσει τη
λειτουργική αυτονομία και οντότητα του και όλα αυτά έχουν συμβεί οριστικά και
αμετάκλητα. Διατηρεί ό,τι συντηρεί τις λειτουργίες κάποιων κυττάρων ή ορισμένων
οργάνων και όχι ό,τι συντηρεί τη λειτουργία του οργανισμού ως συνόλου.
Η άποψη ότι ο
θάνατος επαληθεύεται μόνον από τη διαπίστωση της σήψης ή ότι ορίζεται από την
μη αναστρέψιμη παύση των λειτουργιών όλων των κυττάρων του σώματος δεν είναι
ακριβής και επαρκής, αφού είναι γνωστό ότι τα νύχια και οι τρίχες συνεχίζουν να
μεγαλώνουν ακόμη και μετά παρέλευση κάποιων ημερών μετά τον καρδιακό θάνατο.
Ανάλογα ο κερατοειδής, το δέρμα, οστικά η μη οστικά μοσχεύματα (τένοντες,
μηνίσκοι, καρδιακές βαλβίδες κ.λ.π.) δεν καταστρέφονται άμεσα, αλλά μπορούν να
αφαιρεθούν ακόμη και μερικές ώρες μετά την επέλευση του καρδιακού θανάτου. Από
την πρώτη στιγμή που εισήχθη η ιδέα του εγκεφαλικού θανάτου, κατά την έβδομη
δεκαετία του περασμένου αιώνα, και μάλιστα μεταξύ των ειδικών επιστημόνων που
συμμετείχαν στην πρώτη Επιτροπή του Ηarvard, παρά την τελικά ομόφωνα απόφαση
τους, εμφανίσθηκαν έντονες διαφοροποιήσεις.
Βλέπε: «
The Impact of Presumed Consent Legislation on Cadaveric Organ Donation: A
Cross Country Study» http://www.hks.harvard.edu/fs/aabadie/pconsent.pdf
Και ήταν πολύ φυσικό, μια που είχε πλέον δημιουργηθεί μια νέα κατάσταση
θανάτου, η οποία δεν θα ήταν αυταπόδεικτη, αλλά θα έπρεπε να πείσουμε γι αυτήν.
Για να
γίνει μία μεταμόσχευση από νεκρό δότη απαιτούνται δύο πράγματα:
α) ο εξακριβωμένος οριστικός θάνατος
του δότη και
β) η συναίνεση του ή κάποια εξίσου ισχυρή συναίνεση.
1.Πόσο ο εγκεφαλικός θάνατος είναι πράγματι
θάνατος και όχι επινόημα που υπηρετεί ποικίλες σκοπιμότητες και συμφέροντα;
Αλλά και η λεγόμενη συναίνεση, όταν εικάζεται, είναι πράγματι συναίνεση ή μήπως
ένα δόλιο κατασκεύασμα προκειμένου να βρεθούν τα απαιτούμενα μοσχεύματα;
2. Τα ισχύοντα κριτήρια του εγκεφαλικού θανάτου είναι επαρκή στον
προσδιορισμό της μη αναστρέψιμης νεκρώσεως του εγκεφάλου (ή του εγκεφαλικού
στελέχους); Ή μήπως υπάρχει το ενδεχόμενο να γίνουν προσεκτικά όλες οι
δοκιμασίες, να διαπιστωθεί ο εγκεφαλικός θάνατος και τελικά ο άνθρωπος να ζει;
3. Είναι δυνατόν στην πράξη, λόγω συγκεκριμένων συνθηκών και ποικίλων
παραγόντων (πίεση χρόνου, τεχνικές δυσκολίες, έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού
κ.λ.π.) να τηρηθούν επακριβώς τα κριτήρια του εγκεφαλικού θανάτου;
4. Αν κάποιος δεν έχει συναινέσει ρητά, μπορούν οι συγγενείς του να
υποκαταστήσουν τη βούληση του ή δικαιούνται αυτοί να συναινέσουν αντί αυτού;
Μπορούμε δηλαδή με κάποιον τρόπο να δεχθούμε τη συγγενική συναίνεση;
5. Αν κάποιος είναι δότης και οι συγγενείς του για ποικίλους συναισθηματικούς ή
ιδεολογικούς λόγους αρνούνται να δεχθούν τον εγκεφαλικό θάνατο, τίνος η
επιθυμία πρέπει να εισακουσθεί;
6. Με δεδομένο ότι στην πράξη η ηθική κακοποίηση των μεταμοσχεύσεων
(εμπορευματοποίηση, βιαστική ή λανθασμένη διάγνωση εγκεφαλικού θανάτου,
παραβίαση της λίστας κ.λ.π.) φαίνεται σχετικά εύκολη, θα μπορούσαμε να δεχθούμε
τις μεταμοσχεύσεις απερίφραστα; Όλη αυτή η εκστρατεία που συνοδεύεται από
κηρύγματα αγάπης, αλληλεγγύης και προσφοράς στον συνάνθρωπο κατά πόσον είναι
εντεταγμένη στη σκοπιμότητα των μεταμοσχεύσεων και κατά πόσον στον ιερό σκοπό
τους;
7. Γιατί τόσος λόγος για τις μεταμοσχεύσεις, τη στιγμή που αναφέρονται σε
ελάχιστα άτομα, το δε κόστος τους είναι δυσανάλογα υψηλό;
8. Αν υπάρχουν κάποια συμφέροντα, αυτά ποια είναι; Είναι δυνατόν αυτά να
τεθούν υπό τον έλεγχο κατάλληλων νομοθετικών ρυθμίσεων; Κατά πόσον αυτές οι
ρυθμίσεις μπορούν να εφαρμοσθούν;
9. Τα μεταμοσχευτικά κέντρα που διαθέτουμε είναι σε θέση να εξασφαλίσουν το
μέγιστο επιβίωσης των μοσχευμάτων και των ασθενών;
10.Πώς θα μπορούσε να προστατευθεί ο κάθε πολίτης-δότης από αυθαιρεσίες ή άλλες
εγκληματικές πράξεις που συχνά παρουσιάζονται ως ενδεχόμενα από τα ΜΜΕ;
11.Προκειμένου να εξασφαλίσουμε τα απαιτούμενα μοσχεύματα για ασθενείς που
έχουν απόλυτη ανάγκη, θα μπορούσαμε να πάρουμε όργανα από νεογέννητα βρέφη που
οι συγγενείς αναπηρίες τους (π.χ. ανεγκεφαλία) τα καθιστούν πρακτικώς μη
βιώσιμα;
12.Η ιδέα της επινοήσεως και κατασκευής τεχνητών οργάνων ή αυτή των ζωικών
μοσχευμάτων (ξενομεταμοσχεύσεις) ενέχει κάποιους κινδύνους που θα έπρεπε εκ των
προτέρων να προσδιορίσουμε και ενδεχομένως να προλάβουμε το αποτέλεσμα τους;
Και αν ναι, ποιοι είναι αυτοί;
13.Η έρευνα για την παρασκευή κλωνοποιημένων οργάνων, αλλά και η διαδικασία
παραγωγής τους, κατά πόσον συνοδεύονται από παράλληλη καταστροφή ανθρώπινων
ζώων σε εμβρυϊκό στάδιο; Υπάρχει διάθεση η παραγωγή των οργάνων να μη
συνδυάζεται με την καταστροφή της ανθρώπινης εμβρυϊκής ζωής; Πώς τελικά
επιτυγχάνεται ή θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;
Ο εγκεφαλικός θάνατος είναι και θα παραμείνει
εκτεθειμένος σε φιλοσοφική αμφισβήτηση, τα δε βαθύτερα αίτια αμφισβήτησης του
είναι τα εξής:
α) Ο εγκεφαλικός θάνατος, σε αντίθεση με τον
ως τώρα γνωστό φυσικό θάνατο, είναι ιατρογενής έννοια, συνεπεία όχι της
φυσιολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου οργανισμού αλλά της τεχνολογίας.
β) Η υποψία ότι ο εγκεφαλικός θάνατος
επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει μια σκοπιμότητα, τις μεταμοσχεύσεις, που μπορεί
μεν να είναι θεμιτή και καλή, αφού θεραπεύει, δεν παύει όμως να αποτελεί
σκοπιμότητα.
γ) Ο δικαιολογημένος φόβος ότι η αχαλίνωτη
χρησιμοθηρία και ο ευδαιμονισμός οδηγούν σε ασέβεια απέναντι στο νεκρό σώμα και
στο γεγονός του θανάτου.
δ) Η σύγχυση μεταξύ του εγκεφαλικού
θανάτου και του κώματος ή της χρόνιας φυτικής κατάστασης.
ε) Ο φόβος ότι τα κριτήρια του εγκεφαλικού θανάτου
δεν είναι ακριβή και συνεπώς η διάγνωση μπορεί να είναι εσφαλμένη και η
κατάσταση αναστρέψιμη.
στ)Η αντίληψη ότι οι εγκεφαλικά νεκροί
ενδεχομένως
να διατηρούν κάποιες ανώτερες λειτουργίες, τα δε εγκεφαλονωτιαία αντανακλαστικά
αποτελούν αποδείξεις μη οριστικής επέλευσης του θανάτου.
1. Όσον αφορά στο πρώτο ερώτημα, από την
ανασκόπηση της βιβλιογραφίας από το 1968 (αφότου καθιερώθηκε η έννοια του
«εγκεφαλικού θανάτου» και εντεύθεν έχουν παρατηρηθεί τα ακόλουθα σε ΕΝ
ασθενείς:
α)
διατήρηση σταθερής της αρτηριακής πίεσης σε μεγάλο ποσοστό (40-70%) κατά την
αρχική φάση, της νωτιαίας καταπληξίας, γεγονός ασύμβατο με ύπαρξη «νεκρού
εγκεφαλικού στελέχους»
β) συχνά, παρατηρείται δακρύρροια κατά την
εγχείρηση για λήψη (“harvesting”) των οργάνων τους· σπανιότερα έχουν
παρατηρηθεί ελάχιστο άνοιγμα των βλεφάρων μετά ισχυρή πίεση της θηλής του
μαστού, τρομώδεις κινήσεις του προσώπου, συμμετρικές κινήσεις των άνω άκρων
προσομοιάζουσες με στάση απεγκεφαλισμού και έκλυση του στοματικού αντανακλαστικού
και του αντανακλαστικού του μασητήρα. Πολύ ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός
ότι σε δύο από τους 25 «εν» ασθενείς των εισηγητών (Mohandas A, Shou SN) της
ταύτισης του θανάτου με τoν «θάνατο του εγκεφαλικού στελέχους» δεν
παρατηρήθηκαν παθολόγο-ανατομικές αλλοιώσεις στο στέλεχος του εγκεφάλου!
Οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις είναι ασύμβατες με τη διάγνωση της «νέκρωσης
του εγκεφαλικού στελέχους» ή, ορθότερα, της «ολικής ανεπάρκειας όλων των
λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους» και επομένως ακυρώνουν και τη διάγνωση
του ΕΘ, όταν αυτές παρατηρηθούν, παρά το γεγονός ότι αυτή η διάγνωση έχει ήδη
τεθεί με όλα τα ισχύοντα κριτήρια .
Περαιτέρω, η βασικότερη δοκιμασία (test) για τη διάγνωση του «θανάτου του
εγκεφαλικού στελέχους», δηλαδή η «δοκιμασία της άπνοιας», είναι δυνατόν να
επιδεινώσει την ήδη σοβαρή εγκεφαλική βλάβη στους ασθενείς αυτούς· για το λόγο
αυτό και στην μεγαλύτερη μελέτη σε Εγκεφαλικά νεκρούς ασθενείς (ασθενείς με
βαθύ, απνοϊκό, μη αντιδρών κώμα -μελέτη NINCDS-, η οποία δημοσιεύθηκε το έτος
1980, δεν εξετελείτο η δοκιμασία αυτή· ο λόγος είναι ότι η προκαλούμενη αύξηση
της ενδοκρανιακής πίεσης κατά τη διενέργεια της δοκιμασίας αυτής, εν συνδυασμώ
με την ενίοτε παρατηρούμενη παρενέργεια της υπότασης, είναι δυνατόν να
προκαλέσουν κατάρρευση της ενδοκρανιακής κυκλοφορίας. Επιπροσθέτως, τα δεδομένα
για την εκτέλεση και την αξιολόγηση της δοκιμασίας αυτής είναι ελλιπή.
2. Όσον αφορά στο δεύτερο ερώτημα, ΕΝ ασθενείς – υποστηριζόμενοι σε Μονάδες
Εντατικής Θεραπείας- διατηρούν τη λειτουργία της καρδίας και της κυκλοφορίας
του οξυγονωμένου αίματος, οι πνεύμονές των έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν
το οξυγόνο και το διοξείδιο του άνθρακος, τα κύτταρα αφομοιώνουν τις θρεπτικές
ουσίες για παραγωγή ενέργειας, το ήπαρ κάνει αποτοξίνωση του αίματος διατηρώντας
μια πολυσύνθετη ομοιοστατική ισορροπία, οι νεφροί συχνά διατηρούν το ισοζύγιο
των υγρών και των ηλεκτρολυτών (μερικές φορές με φαρμακευτική υποστήριξη), το
ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει τα ξένα σώματα και καταπολεμεί τις λοιμώξεις,
ενώ ορισμένες ενδοκρινικές λειτουργίες συνεχίζονται τέλος. ορισμένες ΕΝ
ασθενείς –δέκα τρεις τον αριθμό- έχουν γεννήσει με καισαρική τομή βιώσιμα
νεογνά, μετά παραμονή σε Μονάδες Εντατικής θεραπείας έως και 4 σχεδόν μήνες!
Όπως αβίαστα προκύπτει από τα προαναφερθέντα, οι ΕΝ ασθενείς δεν είναι πτώματα και τα όργανα, τα οποία λαμβάνονται από αυτούς δεν
είναι ασφαλώς «πτωματικά»!
Η
ταύτιση της «νέκρωσης του εγκεφαλικού στελέχους» με τον ΕΘ και του τελευταίου
με το θάνατο του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή και για τον ακόλουθο
λόγο: Εφόσον το εγκεφαλικό στέλεχος είναι «νεκρό», έχουν διακοπεί όλες οι
ανιούσες και κατιούσες νευρικές οδοί –οι πλείστες εκ των οποίων διέρχονται διά
του εγκεφαλικού στελέχους- προς και από τον φλοιό του εγκεφάλου· επομένως, δεν
είναι δυνατόν να έχουμε πρόσβαση στο φλοιό του εγκεφάλου, ο οποίος θεωρείται ως
έδρα της συνείδησης· κατ’ ακολουθία, δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί το
προσχηματισμένο (προτού να συμβεί η εγκεφαλική βλάβη) περιεχόμενο της
συνείδησης στους ΕΝ ασθενείς· άρα, είναι αυθαίρετη υπόθεση ότι στους ΕΝ ασθενείς
δεν υπάρχει συνείδηση!
Συμπερασματικά, τίθεται η διάγνωση του ΕΘ και του θανάτου του ανθρώπου, χωρίς
να υπάρχει δυνατότητα να εξετασθεί το μεγαλύτερο τμήμα του εγκεφάλου (φλοιός,
γάγγλια) και ενώ επιπροσθέτως υπάρχουν ενδείξεις ότι μικρά τμήματα («νησίδες»)
του εγκεφαλικού στελέχους ακόμη λειτουργούν.
Όσον αφορά στην «εικαζόμενη συναίνεση», αυτή νομίζω ότι πάσχει από έλλειψη
δημοκρατικού φρονήματος, και οι μείζονες αντιδράσεις που θα προκαλέσει θα
βλάψει τελικώς την υπόθεση των μεταμοσχεύσεων.
Τέλος, από κακή διατύπωση, υποθέτω,
στην παράγραφο 6 αναγράφεται: «Όταν ο
θεράπων ιατρός διαγνώσει νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους και εφόσον η λειτουργία
ορισμένων οργάνων διατηρείται με τεχνητά μέσα, υποχρεούται να προβεί από κοινού
με έναν αναισθησιολόγο και ένα νευρολόγο ή νευροχειρουργό στη σύνταξη
πιστοποιητικού θανάτου». Σύμφωνα
με την διατύπωση αυτή φαίνεται ως εάν μόνος ο θεράπων ιατρός διαγιγνώσκει κατ’
αρχήν τη «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους». Αυτό επιθυμεί ο νομοθέτης;
Εάν όχι, θα πρέπει να γραφεί ότι η διάγνωση τίθεται από τρεις ιατρούς…., οι
οποίοι τελικώς συντάσσουν και το πιστοποιητικό θανάτου.
Το πεδίο των βλαστικών κυττάρων είναι το μέλλον της ιατρικής.
Δισεκατομμύρια επενδύονται ανά τον κόσμο στην έρευνα και στις κλινικές
εφαρμογές. Δεν περνάει μέρα χωρίς να ανακοινώνεται ότι κάπου στον Κόσμο έχει
ανακαλυφθεί κάποια νέα εφαρμογή που θα θεραπεύει κάποια σοβαρή ασθένεια. Ο
τομέας της επεξεργασίας, απομόνωσης και φύλαξης βλαστικών κυττάρων και οι ήδη
δεδομένες, αλλά και επερχόμενες εφαρμογές, είναι ότι πιο δυναμικό στον χώρο της
Βιοτεχνολογίας σήμερα. Είναι μια τελείως ξεχωριστή διαδικασία που κακώς
μπλέχτηκε με το εν λόγω νομοσχέδιο. Με νόμο κανείς νομοθέτης δεν μπορεί να μας
απαγορέψει την φύλαξη του δικού μας γενετικού υλικού και των παιδιών μας,
εφόσον μπορεί να γίνεται. Με νόμο (μονόπλευρο και στηριγμένο σε υποκειμενικά
κριτήρια, επιστημονικά και τεχνικά) δεν μπορεί κανείς να μας αναγκάσει να
κάνουμε μόνο μεταμοσχεύσεις από άλλους δότες. Διότι σήμερα και στη γενιά τη
δική μας αν κανείς χρειαστεί βλαστικά κύτταρα, περιμένει σε λίστες αναμονής,
δεν ξέρει αν ποτέ θα βρει και όταν βρει ομφαλικό μόσχευμα πληρώνει
25.000-30.000€ για τα «έξοδα προετοιμασίας». Η επόμενη γενιά να μην μπορεί να
διαλέξει αφού ενημερωθεί σωστά; Να εκβιαστεί; Ή να χαρίσει το γενετικό της
υλικό σε άλλους λήπτες ανά τον κόσμο ή τίποτα; Αν όμως θέλει να το φυλάξει ιδιωτικά
για ενδεχόμενη προσωπική χρήση; Οι γονείς να μην ξέρουν ότι μπορούν αν έχουν
φυλάξει ιδιωτικά το υλικό του παιδιού τους, το ίδιο ή με 25% πιθανότητα το
αδελφάκι του, σε 48 ώρες θα έχει στα χέρια του το μόσχευμα; Άμεσα; Η επόμενη
γενεά να μην μπορεί, αν τα νοσήματα στα οποία υπάρχουν εφαρμογές αυξηθούν και
έρθουν πιο σύνθετες κλινικές εφαρμογές π.χ. συνδυασμός με μεσεγχυματικά
βλαστικά κύτταρα (που με το νομοσχέδιο θα απαγορεύεται να φυλάσσονται σε
ιδιωτικές τράπεζες φύλαξης), να χρησιμοποιήσει το υλικό της; Σήμερα 1 στους 3
ασθενείς δεν μπορεί να βρει ομφαλικά μοσχεύματα όσες «Δημόσιες δεξαμενές
μοσχευμάτων», που είναι κλάδοι της παγκόσμιας δεξαμενής και να δημιουργηθούν
στην Ελλάδα. Διότι η ζήτηση είναι παγκόσμια και τα μοσχεύματα που πρέπει να φυλαχθούν
στις δημόσιες δεξαμενές είναι πάρα πολλά εκατομμύρια για να την καλύψουν. Και
αυτό μόνο για τα αιματολογικά νοσήματα, που είναι μια πάρα πολύ μικρή
πιθανότητα εφαρμογών συνολικά στην Αναγεννητική Ιατρική. Γιατί μόνο η
Αιματολογία να επιβάλει τη γνώμη της; Αν ήταν έτσι παγκοσμίως, που ευτυχώς δεν
είναι, δεν θα συνέβαινε ποτέ η κλινική δοκιμή σε εγκεφαλική παράλυση, στο Duke
university, στην Αμερική με 120 ασθενείς από το ίδιο τους το ομφαλοπλακουντιακό
αίμα. Ούτε κλινικές δοκιμές σε άλλα πεδία και ειδικότητες, που είναι
εκατοντάδες (ισχαιμίες, διαβήτης-1, νευρολογικά νοσήματα, παραπληγία κτλ.).
Στον τομέα της Αναγεννητικής Ιατρικής οι εφαρμογές είναι κυρίως αυτόλογες (από
τον ίδιο ασθενή). Άρα μόνο το δικό σου υλικό είναι ιδανικό. Ακόμη και στα αιματολογικά
όμως νοσήματα οι περισσότερες εφαρμογές είναι και αυτές αυτόλογες, παρότι
αποσιωπάται και έχει ακουστεί το αντίθετο. Άρα λοιπόν εμείς δια νόμου θα
αποκλείσουμε τις περισσότερες των κλινικών εφαρμογών;
Με νόμο δεν μπορεί κανείς να ανακόψει την μεγάλη πρόοδο της Βιολογίας και τη
συμμετοχή σοβαρών ιδιωτικών εταιρειών σε αυτήν.
Ανατρέπονται τα δεδομένα, ανοίγει ο δρόμος των κυτταρικών θεραπειών με βλαστικά
κύτταρα. Ερίζουμε ακόμη, έχοντας χάσει άπειρο χρόνο και οφέλη. Στην Αμερική,
Ιαπωνία, Κίνα, Ινδία, Αυστραλία έχουν ήδη ξεκαθαρίσει ότι η φύλαξη είναι και
ιδιωτική αλλά και μπορούν να γίνονται δωρεές και μπαίνουν στο φάσμα των
εφαρμογών τάχιστα σε πολλές νέεςασθένειες.
Μόνο η
Γαλλία και η Ιταλία απαγορεύουν την ιδιωτική φύλαξη.
Παρακάτω παρατίθενται ερωτήματα απόψεις πολιτών:
·
«Είναι τελείως ανήθικο και δεύτερο εγκυμονεί
σοβαρούς κινδύνους για την δημόσια ασφάλεια των συνανθρώπων μας».
·
« Ποιός σας εγγυάται ότι δεν υπάρξουν ατυχήματα
– δολοφονίες για να ληφθούν συμβατά όργανα από κάποιον συνάνθρωπο μας για
μεταμόσχευση σε κάποιον εξέχοντα μαφιόζο. Πώς θα το ελέγξετε αυτό;»
·
« Όποιος επιθυμεί να δώσει τα όγρανα του για
μεταμόσχευση να κάνει την σχετική δήλωση, όπως γίνονταν μέχρι τώρα».
·
«Δικαιολογίες
για έλλειψη μοσχευμάτων μάλλον πρέπει να τις δείτε από άλλη σκοπιά»
·
«Για πιο λόγο μας αρκεί η προφορική εντολή και
όχι η έγγραφη συγκατάθεση ενός επιτρόπου για να αφαιρεθούν τα όργανα ενός
παιδιού χωρίς γονική επιμέλεια;»
·
«Αναρωτιούνται πολλοί επίσης μήπως, θα πρέπει να
βγάλουμε και σχετική ταξιδιωτική οδηγία (διότι αν κάποιος ξένος βρεθεί
εγκεφαλικά νεκρός σύμφωνα με τον προτεινόμενο νόμο, θα του αφαιρούμε όργανα
χωρίς να χρειάζεται να συμφωνήσουν οι συγγενείς του);».
·
«Πως
είναι δυνατόν ένα άρθρο να ορίζει τόσο ανάλγητα ότι όλοι οι πολίτες ενός
κράτους είναι δυνητικά μεταφερόμενες «αποθήκες ανταλλακτικών»???»
·
« Αν δεν κάνω λάθος, σε μία Ελεύθερη και
Δημοκρατική χώρα – με μη ολοκληρωτικό καθεστώς – οι πολίτες ορίζουν αυτοβούλως
(έστω και θεωρητικά) τη ζωή τους, κατά τρόπο πάντα που δεν θίγει με οποιοδήποτε
τρόπο το συμπολίτη τους. Στην προκειμένη περίπτωση, αν κάποιος το επιθυμεί,
θέτει αυτοβούλως τη σορό του στην διακριτική ευχέρεια της κοινωνίας ως δωρητής
οργάνων.»
·
« Ποιος όμως είναι και ήταν υπεύθυνος για αυτήν
την ενημέρωση;»
·
«Έγινε συστηματική δουλειά, με στόχους,
συγκεκριμένο budget, συγκεκριμένες εργατοώρες πάνω σε αυτό και ουσιαστικά
ελεγχόμενη με στοχοθεσία δουλειά; Εγώ παλεύοντας στον ιδιωτικό τομέα γνωρίζω
ότι έχω ευθύνες όταν δεν κάνω αυτό που πρέπει και όταν δεν φέρω σε πέρας την
αποστολή μου. Εφόσον δεν έχει πάει καθόλου καλά η όλη διαδικασία της ενημέρωσης
του κοινού κάποιος δεν φταίει?»
·
«Πότε θα
δουλέψουν επιτέλους όλοι αυτοί οι φορείς με κίνδυνο όταν αποτυγχάνουν να χάνουν
και τη δουλειά τους?»
·
«Και τελικά επειδή δεν μπορούν να βγουν τα
δεδομένα projects, πρέπει ξαφνικά όλοι οι πολίτες να συναινούν σε κάτι που δεν
το ξέρουν?»
·
«Η διάταξη αυτή καταστρατηγεί την ελεύθερη
βούλησή μας, υποβιβάζει τις ανθρώπινες αξίες, μετατρέπει σε πράγμα τον άνθρωπο
και τα όργανά του, υποβιβάζει την έννοια του εθελοντισμού, δημιουργεί κινδύνους
για τον πληθυσμό, βάζει σε δοκιμασία τη σχέση ασθενούς και ιατρού, αγνοεί τη
θέση των συγγενών του θανόντος και την ιστορική και θρησκευτική παράδοση που
αποδίδουν ιδιαίτερο σεβασμό στο νεκρό.»
·
«Αν η παράλειψη της άρνησης θεωρείται κατάφαση,
τότε η ελληνική κοινωνία συναινεί στο μνημόνιο όπως συναινούσε κάποτε στον
Παπαδόπουλο και τον Πατακό ή η αποχή από την εκλογική διαδικασία είναι αποδοχή
των πολιτικών της εξουσίας, όπως ακούσαμε στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές.
Ταυτόχρονα και η αλληλεγγύη γίνεται «αντικειμενική», όχι ένα προϊόν ελεύθερης
βούλησης και κοινωνική στάση που πάνω της θεμελιώνεται η κοινωνική συνοχή, αλλά
νομική υποχρέωση, που αξιολογείται ως υπέρτερη της ελευθερίας επιλογής και
αυτοδιάθεσης του σώματος. Μπορεί να υπάρξει κοινωνική συνοχή που δεν εδράζεται
σε κοινά αποδεκτές αξίες και συμπεριφορές αλλά μόνο στον νόμο και, μοιραία, την
επιβολή του; Για ποιόν ακριβώς φασιστικό πολιτισμό μας προετοιμάζουν με τέτοια
αξιακά προτάγματα;»
«Θα αντιτείνει κάποιος: «μα μιλάμε για νεκρούς». Ακόμη
όμως κι αν ο νεκρός δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόσωπο, είναι «πράγμα»; Είναι
πολλοί ανθρωπολόγοι που ορίζουν ως μετάβαση από τον ζωώδη κατάσταση στην
ανθρώπινη την αλλαγή στην μεταχείριση των νεκρών, την απόδοση σεβασμού και τιμών.
Αν ο νεκρός θεωρηθεί «πράγμα» και απόθεμα εξαρτημάτων διαθέσιμων στην ζήτηση,
αν ο σεβασμός απέναντι του δεν είναι σεβασμός στην εκφρασμένη του βούληση αλλά
η βούληση είναι υποκείμενη σε εικασίες στο όνομα της «αντικειμενικής
αλληλεγγύης», τότε θα μπορούσε κάποιος να νομιμοποιηθεί σε αντίστοιχες
εκτιμήσεις της «εικαζόμενης βούλησης» του Υπουργείου Υγείας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου